13 Οκτωβρίου, 2026

Το γήπεδο, οι σκηνές και τα παιδιά που έφυγαν.

Υπάρχουν τόποι που φοβούνται μήπως αλλάξουν.

Υπάρχουν και τόποι που πρέπει να φοβούνται μήπως μια μέρα δεν έχει μείνει κανείς για να τους αλλάξει. Η Λίμνη Πλαστήρα ανήκει, δυστυχώς, περισσότερο στη δεύτερη κατηγορία. Τον χειμώνα τα χωριά μας ξέρουν καλά τη σιωπή.

Τη γνωρίζουν τα κλειστά σπίτια. Οι αυλές χωρίς φωνές. Οι πλατείες που αδειάζουν νωρίς.
Τα σχολεία που κάποτε γέμιζαν παιδιά και σήμερα μετρούν απουσίες όχι από το μάθημα, αλλά από τον ίδιο τον τόπο.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, βρήκαμε ξαφνικά τον μεγάλο εχθρό του Νεοχωρίου.

Τις σκηνές ενός Φεστιβάλ.

Για λίγες ημέρες το καλοκαίρι, εκεί που επί χρόνια υπήρχε ένας παραμελημένος χώρος που κάποτε ήταν γήπεδο, στήνονται σκηνές.

Έρχονται νέοι. Ακούγονται μουσικές. Ανάβουν φώτα. Κυκλοφορεί κόσμος. Γεμίζουν δρόμοι, καταστήματα, δωμάτια, καφέ και ταβέρνες.

Και για λίγες ημέρες συμβαίνει κάτι που τον υπόλοιπο χρόνο ευχόμαστε: Ο τόπος γεμίζει νέους ανθρώπους.

Και τότε αρχίζει η καταγγελία: «Μας πήραν το γήπεδο από τα παιδιά».

Ποια παιδιά; Όχι γιατί τα λίγα παιδιά δεν δικαιούνται γήπεδο. Ακόμη κι ένα παιδί δικαιούται έναν τόπο για να παίξει. Αλλά γιατί, πριν αναζητήσουμε ποιος πήρε το γήπεδο από τα παιδιά, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε ποιος πήρε τα ίδια τα παιδιά από τα χωριά μας.

Το γήπεδο δεν το κατέστρεψε το Φεστιβάλ Ας μην ξαναγράφουμε την ιστορία ανάλογα με το τι μας βολεύει σήμερα.

Ο χώρος δεν ήταν μέχρι χθες ένα καταπράσινο γήπεδο γεμάτο παιδιά, που ένα πρωί εκδιώχθηκαν για να στηθούν αντίσκηνα.

Από την ίδια τη δημόσια συζήτηση υπάρχουν κάτοικοι που τον περιγράφουν εγκαταλελειμμένο, χωρίς κατάλληλο αγωνιστικό χώρο, ενώ άλλοι θυμούνται τα παιδιά να παίζουν αλλού στο χωριό.
Αν λοιπόν το γήπεδο εγκαταλείφθηκε, να αναζητηθούν οι ευθύνες. Αν καταστράφηκαν υποδομές, να δοθούν απαντήσεις. Αν μπορεί  και πρέπει να αποκατασταθεί, να αποκατασταθεί. Αν χρειάζεται καινούργιο 5×5, να κατασκευαστεί. Το Νεοχώρι το δικαιούται. Όμως ας μη φορτώνουμε σε μια διοργάνωση λίγων ημερών την εγκατάλειψη δεκαετιών.

Οι σκηνές δεν έδιωξαν τα παιδιά από το γήπεδο. Όταν ήρθαν οι σκηνές, τα παιδιά είχαν ήδη φύγει.

Αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να το παραδεχτούμε. Μήπως οι λάθος τοπικές πολιτικές και οι λάθος χειρισμοί συνέβαλαν σε αυτό; Μήπως λανθασμένες αντιλήψεις ορισμένων άνοιξαν τους δρόμους; Τα παιδιά μεγάλωσαν. Και έφυγαν. Γιατί κάποιοι δεν φρόντισαν να φτιάξουν τις υποδομές για να μείνουν.

Κάποτε οι πλατείες των χωριών μας είχαν φωνές. Τα παιδιά έπαιζαν όπου έβρισκαν. Σε υποτυπώδη γήπεδα. Σε αυλές. Σε δρόμους. Στις πλατείες. Βάζαμε δυο πέτρες για δοκάρια και το παιχνίδι άρχιζε. Δεν είχαν πάντα τις υποδομές που θα έπρεπε να έχουν.

Είχαν όμως το σημαντικότερο: Παιδιά.

Σήμερα μπορούμε να κατασκευάσουμε το ωραιότερο γήπεδο. Να βάλουμε χλοοτάπητα. Προβολείς. Κερκίδες. Αποδυτήρια. Και μετά; Ποιος θα παίζει εκεί τον Νοέμβριο; Ποιος τον Φεβρουάριο; Ποιος ένα κρύο απόγευμα του Μαρτίου;

Αυτό είναι το ερώτημα που αποφεύγουμε. Όχι για να πούμε ότι δεν χρειάζεται γήπεδο. Αλλά για να καταλάβουμε ότι χρειαζόμαστε κάτι πολύ περισσότερο από ένα γήπεδο.

Χρειαζόμαστε ξανά ζωή.

Και όταν έρχεται η ζωή, την κοιτάζουμε καχύποπτα

Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση. Όλο τον χειμώνα παραπονιόμαστε: «Δεν υπάρχει κόσμος». «Δεν υπάρχουν νέοι». «Τα μαγαζιά δεν δουλεύουν». «Τα χωριά ερημώνουν».«Τα παιδιά μας έφυγαν».

Όταν έρχεται μια διοργάνωση αλλά ας μην σταθούμε μονό σε αυτή αλλα σε οποιαδήποτε δραστηριότητα και ξαφνικά καταφθάνουν νέοι άνθρωποι. Όταν γεμίζει η περιοχή, όταν ακούγεται το όνομα της Λίμνης Πλαστήρα έξω από τα στενά γεωγραφικά της όρια, τότε ανακαλύπτουμε έναν καινούργιο λόγο για να γκρινιάξουμε.

Στη δημόσια συζήτηση υπάρχουν άνθρωποι που επισημαίνουν ότι τέτοιες διοργανώσεις φέρνουν χιλιάδες επισκέπτες και προσφέρουν προβολή στην περιοχή. Φυσικά, κανένα Φεστιβάλ δεν είναι ιερό. Να ελέγχεται. Να υπάρχουν κανόνες. Να υπάρχουν άδειες. Να προστατεύεται το περιβάλλον. Να υπάρχει ασφάλεια. Να γνωρίζουμε με ποιες αποφάσεις παραχωρείται δημόσιος χώρος και με ποιους όρους.

Αυτά είναι σοβαρά ερωτήματα. Αλλά άλλο έλεγχος και άλλο απαξίωση. Γιατί ένας τόπος που γερνά δεν έχει την πολυτέλεια να διώχνει τη ζωή όταν αυτή χτυπά την πόρτα του.

Το δίλημμα είναι ψεύτικο

Μας λένε: Γήπεδο ή Φεστιβάλ; Η απάντηση πρέπει να είναι: Και γήπεδο και Φεστιβάλ.,Και 5×5. Και πολιτισμός. Και αθλητισμός. Και camping, εκεί όπου επιτρέπεται και με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται. Και ποδηλασία. Και πεζοπορία. Και δραστηριότητες στη λίμνη. Και συναυλίες. Και οικογένειες. Και επισκέπτες. Και παιδιά.

Ανάπτυξη δεν είναι να αποφασίζεις ποιο από τα δύο θα στερηθείς.

Ανάπτυξη είναι να δημιουργείς χώρο και για τα δύο.

Και ξαφνικά φταίει το Μορφοβούνι…

Κάπου όμως ανάμεσα στο γήπεδο και στις σκηνές, η συζήτηση κάνει ένα παράξενο άλμα.

Μπαίνει στο τραπέζι η καταγωγή των δημάρχων. Διατυπώνεται περίπου η άποψη: «Μήπως πρέπει επιτέλους η Νεβρόπολη να βγάλει δικό της δήμαρχο;»

Και εκεί αξίζει πραγματικά να ανησυχήσουμε. Όχι για το γήπεδο.

Για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε ακόμη τον Δήμο μας.

Πέρασαν δεκαέξι χρόνια από την ενοποίηση και κάποιοι φαίνεται ότι εξακολουθούν να κοιτούν τον τόπο πάνω από τα παλιά διοικητικά σύνορα.

Από εδώ εμείς. Από εκεί αυτοί. Οι Νεοχωρίτες. Οι Μορφοβουνιώτες. Οι «δικοί μας». Οι «δικοί τους». Κάπως έτσι ένας μικρός ορεινός Δήμος, που θα έπρεπε να παλεύει ενωμένος για να κρατήσει τους ανθρώπους του, κινδυνεύει να επιστρέψει στις μικρές του αυλές. Ο τόπος καταγωγής ενός δημάρχου δεν αποτελεί πρόγραμμα διοίκησης. Ούτε πιστοποιητικό ικανότητας. Ούτε τεκμήριο εύνοιας ή ενοχής. Ο δήμαρχος πρέπει να κρίνεται από όσα έκανε. Και από όσα δεν έκανε..

Η δημοσιογραφία έχει έναν πολύτιμο ρόλο στις μικρές κοινωνίες. Να ενοχλεί την εξουσία. Να ψάχνει. Να αμφισβητεί. Να αποκαλύπτει. Να ζητά λογαριασμό. Όχι όμως να αντικαθιστά τα ερωτήματα με υπονοούμενα και την πολιτική συζήτηση με γεωγραφικά στρατόπεδα. Αν υπάρχει πρόβλημα με το γήπεδο, ας αναζητηθούν έγγραφα. Ποιος είναι ο επίσημος χαρακτηρισμός του χώρου; Γιατί εγκαταλείφθηκε; Υπάρχει άδεια λειτουργίας; Εάν δεν υπάρχει ποιός έχει την ευθύνη. Πότε. Με ποια απόφαση χρησιμοποιείται για άλλες δραστηριότητες; Υπάρχει σχέδιο αποκατάστασης; Πόσο κοστίζει; Υπάρχει χρηματοδότηση;

Αυτή είναι έρευνα.

Αν υπάρχουν πολιτικές ευθύνες, να αποδοθούν με ονοματεπώνυμο και στοιχεία. Όχι επειδή κάποιος γεννήθηκε στο Μορφοβούνι, στο Νεοχώρι ή οπουδήποτε αλλού.

Ο πραγματικός αντίπαλος είναι η σιωπή

Ας περπατήσει κάποιος ένα χειμωνιάτικο βράδυ στα χωριά μας. Ας κοιτάξει τα κλειστά παράθυρα. Ας μετρήσει τα σπίτια που ανάβουν φως. Ας ακούσει πόσες παιδικές φωνές υπάρχουν στον δρόμο.

Και μετά ας αποφασίσει ποιο είναι πραγματικά το μεγαλύτερο πρόβλημα του τόπου.

Οι σκηνές που στήνονται για λίγες ημέρες; Ή τα σπίτια που μένουν κλειστά για έντεκα μήνες;

Δεν μας περισσεύει κανένας νέος άνθρωπος. Δεν μας περισσεύει κανένας επισκέπτης. Δεν μας περισσεύει καμία σοβαρή διοργάνωση. Δεν μας περισσεύει καμία οικογένεια που σκέφτεται να επιστρέψει. Και ασφαλώς δεν μας περισσεύει κανένα παιδί.

Γι’ αυτό να φτιάξουμε γήπεδα. Να φτιάξουμε 5×5. Να φτιάξουμε παιδικές χαρές.

Αλλά μαζί με αυτά να δημιουργήσουμε δουλειές, εκδηλώσεις, δραστηριότητες, επιχειρήσεις, πολιτισμό, αθλητισμό και λόγους για να έρχεται κάποιος εδώ και ακόμη περισσότερους λόγους για να μένει.

Γιατί μπορείς να ξαναφτιάξεις έναν χλοοτάπητα. Μπορείς να ξαναβάλεις δοκάρια. Μπορείς να αλλάξεις τα λάστιχα του ποτίσματος.

Υπάρχει όμως κάτι πολύ δυσκολότερο:

Να ξαναφέρεις πίσω μια γενιά που έφυγε.

Γι’ αυτό ας προσέξουμε ποιον θεωρούμε εχθρό.

Το πρόβλημα της Λίμνης Πλαστήρα δεν είναι ότι για πέντε ημέρες το καλοκαίρι γεμίζει σκηνές.

Το πρόβλημα είναι ότι για τόσες πολλές ημέρες τον χρόνο αδειάζει από ανθρώπους.

Και ίσως κάποτε καταλάβουμε ότι το πιο θλιβερό γήπεδο δεν είναι εκείνο στο οποίο στήθηκαν σκηνές.

Είναι εκείνο που έχει τέλειο χορτάρι, άσπρες γραμμές και ολοκαίνουργια δοκάρια  αλλά κανένα παιδί για να κλωτσήσει την μπάλα.

Και το χειρότερο κάποιοι τοπικοί ταγοί που νομίζουν ότι διαφεντεύουν τις τύχες αυτού του τόπου το μόνο που κάνουν είναι να πετούν την μπάλα στην εξέδρα

About The Author