
Η δίκη για το Σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη δεν εξελίσσεται απλώς ως μια διαδικασία απονομής ποινικών ευθυνών, αλλά ως μια βαθιά κοινωνική δοκιμασία, όπου οι συγγενείς των θυμάτων και η κοινή γνώμη αναζητούν όχι μόνο απαντήσεις αλλά και ένα αίσθημα δικαίωσης που να μπορεί να σταθεί απέναντι στο μέγεθος της απώλειας, σε μια συγκυρία όπου η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δεν θεωρείται δεδομένη αλλά ζητούμενο.
Το πλαίσιο που θέτει ο Νόμος 5119/2024, και ειδικότερα το άρθρο 31, απαγορεύει τη μετάδοση και την καταγραφή της δίκης, επιτρέποντας εξαιρέσεις μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, επιχειρώντας να διαφυλάξει τη νηφαλιότητα και τη δικαιοσύνη της διαδικασίας όμως, στην πράξη, αυτή η θεσμική προστασία συναντά την ανάγκη μιας κοινωνίας που δεν αρκείται στο να γνωρίζει ότι η δικαιοσύνη λειτουργεί, αλλά απαιτεί να τη βλέπει να λειτουργεί με τρόπο καθαρό και αδιαμφισβήτητο.
Η πραγματικότητα της δίκης αποκαλύπτει μια εικόνα περιορισμού, η κύρια αίθουσα δεν επαρκεί για να φιλοξενήσει όλους όσοι έχουν λόγο να βρίσκονται εκεί, με αποτέλεσμα πολλοί συγγενείς και δημοσιογράφοι να μένουν εκτός, όχι από επιλογή αλλά από συνθήκη, γεγονός που μετατρέπει τη φυσική παρουσία θεμέλιο της δημοσιότητας σε προνόμιο λίγων με επιλογή ποιου; Ποιος θα αναλάβει αυτήν την ευθύνη;
Η δημιουργία δεύτερης αίθουσας, όπου η διαδικασία μεταδίδεται μέσω οθονών, επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα η δίκη δεν βιώνεται άμεσα αλλά διαμεσολαβημένα, η εικόνα φτάνει φιλτραρισμένη και η εμπειρία της παρουσίας αντικαθίσταται από την παρακολούθηση, κάτι που για τους συγγενείς των θυμάτων δεν είναι απλώς τεχνική λεπτομέρεια αλλά ζήτημα ουσίας, καθώς καλούνται να σταθούν απέναντι στη δικαιοσύνη χωρίς να βρίσκονται πλήρως μέσα σε αυτήν.
Σε ένα περιβάλλον ήδη επιβαρυμένο από καθυστερήσεις, δημόσιες αμφισβητήσεις και ερωτήματα για την πληρότητα της διερεύνησης, κάθε μορφή περιορισμού της άμεσης πρόσβασης δεν εκλαμβάνεται ουδέτερα, αλλά ενισχύει την καχυποψία, ακόμη κι αν δεν υπάρχει πρόθεση συγκάλυψης, διότι η έλλειψη αμεσότητας δημιουργεί χώρο για αμφιβολία, και η αμφιβολία, όταν συνδέεται με μια τραγωδία τέτοιου μεγέθους, αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Η απουσία ζωντανής μετάδοσης, από μόνη της, δεν συνιστά παραβίαση της διαφάνειας ούτε απόκλιση από τη διεθνή πρακτική. Ωστόσο, όταν συνδυάζεται με περιορισμένη φυσική παρουσία, οργανωτικές αδυναμίες και μια συνολική εικόνα απομάκρυνσης, τότε το ζήτημα μετατοπίζεται από τη νομική ορθότητα στην κοινωνική αποδοχή, από το αν η δικαιοσύνη τηρεί τον νόμο στο αν πείθει ότι απονέμεται χωρίς σκιές.
Σε αυτή τη δίκη, περισσότερο από κάθε άλλη, το κρίσιμο δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα φτάσει σε αυτό γιατί για τους συγγενείς, η δικαιοσύνη δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά εμπειρία που πρέπει να βιωθεί, και για την κοινωνία δεν αρκεί να είναι νόμιμη η νομιμοφανής πρέπει να είναι ορατή, κατανοητή και πειστική, ώστε να μην αφήνει πίσω της ερωτήματα που θα συνεχίσουν να βαραίνουν περισσότερο από τις απαντήσεις.
Η δικαιοσύνη στην περίπτωση αυτήν σαν την γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια.
More Stories
Ένας κόσμος που εξοπλίζεται, κοινωνίες που πληρώνουν.
Ελλάδα σε ανοιχτά μέτωπα: Η καθημερινότητα απαιτεί ουσιαστικές απαντήσεις.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να γράφει. Ο άνθρωπος όμως έχει κάτι να πει.