Μπορεί να ψάξει εκατομμύρια πληροφορίες σε δευτερόλεπτα. Δεν μπορεί όμως να σου χαρίσει το ένστικτο να καταλάβεις ποια πληροφορία αξίζει να ψάξεις.
Τον τελευταίο καιρό εργάζομαι πάνω σε τρεις διαφορετικές έρευνες που αφορούν την περιοχή μας και εκτείνονται σε βάθος χρόνου. Θα δημοσιευθούν σύντομα, όταν ολοκληρωθεί η διασταύρωση των στοιχείων τους. Και όσο περισσότερο προχωρά η έρευνα, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνεται κάτι που θεωρώ θεμελιώδες για τη δημοσιογραφία. Άλλο είναι αυτό που γνωρίζουμε, άλλο αυτό που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε και, πολλές φορές, εντελώς διαφορετικό αυτό που τελικά αποδεικνύουν τα έγγραφα.
Πρόκειται για υποθέσεις για τις οποίες οι περισσότεροι κάτοικοι είτε γνωρίζουν ελάχιστα είτε γνωρίζουν μόνο αποσπασματικά κομμάτια της ιστορίας τους. Πολλά δε από αυτά με τον τρόπο που κάποιοι ήθελαν να τα παρουσιάσουν. Κομμάτια που, όταν τοποθετηθούν στη σωστή χρονική σειρά και διασταυρωθούν με αποφάσεις, ημερομηνίες, έγγραφα, χρηματοδοτήσεις, δημόσιες τοποθετήσεις και πραγματικά γεγονότα, αρχίζουν να συνθέτουν μια πολύ διαφορετική εικόνα.
Και αυτή η εικόνα πιστεύω ότι θα προκαλέσει έκπληξη και όχι μόνο.
Γιατί στις έρευνες αυτές δεν με ενδιαφέρει να επιβεβαιώσω όσα ήδη πιστεύει ο ένας ή ο άλλος. Με ενδιαφέρει να αναζητήσω τι πραγματικά συνέβη, ποιος αποφάσισε τι, πότε το αποφάσισε, ποιος είχε την αρμοδιότητα και, τελικά, πού ανήκει η πραγματική ευθύνη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να εξεταστεί κατά πόσο η εικόνα που διαμορφώθηκε όλα αυτά τα χρόνια επηρεάστηκε από πολιτικές και προσωπικές φιλοδοξίες, τοπικές ανάγκες, αντιπαραθέσεις, κομματικούς μηχανισμούς ή άλλα συμφέροντα. Και κυρίως αν, σε ορισμένες περιπτώσεις, η δημόσια συζήτηση οδήγησε τις ευθύνες μακριά από εκείνους που πραγματικά τις είχαν και προς ανθρώπους που βρέθηκαν να τις χρεώνονται εκ των υστέρων.
Αυτό όμως δεν πρόκειται να το αποφασίσω εγώ εκ των προτέρων. Θα το δείξουν ή δεν θα το δείξουν τα στοιχεία.
Γιατί όταν επιχειρείς να αποδώσεις η να αναζητήσεις ευθύνες, δεν αρκούν οι συμπάθειες, οι αντιπάθειες, οι πολιτικές ταυτότητες, οι προσωπικές σχέσεις ή οι ιστορίες που επαναλαμβάνονται επί χρόνια μέχρι να θεωρηθούν αλήθειες. Χρειάζονται ημερομηνίες. Αποφάσεις. Υπογραφές. Έγγραφα. Αρμοδιότητες. Χρονολογική ακολουθία. Και, πάνω απ’ όλα, διασταύρωση.
Αν μέσα από αυτή τη διαδικασία προκύψει ότι για χρόνια καλλιεργήθηκε μια λανθασμένη εικόνα, αυτό πρέπει να ειπωθεί. Αν προκύψει ότι ευθύνες αποδόθηκαν σε λάθος ανθρώπους, επίσης πρέπει να ειπωθεί. Αν αποδειχθεί ότι πολιτικές, προσωπικές ή κομματικές σκοπιμότητες επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν γεγονότα στην τοπική κοινωνία, τότε και αυτό πρέπει να παρουσιαστεί όχι ως υπαινιγμός, αλλά με τα στοιχεία πάνω στο τραπέζι.
Και αν τα στοιχεία διαψεύδουν ακόμη και όσα εγώ πίστευα πριν ξεκινήσω την έρευνα; Τότε πρέπει να αλλάξω άποψη και να έχω το θάρρος να το παραδεχτώ.
Αυτό είναι το δύσκολο κομμάτι της πραγματικής έρευνας. Δεν ψάχνεις στοιχεία για να δικαιώσεις την άποψή σου. Αφήνεις τα στοιχεία να διαμορφώσουν την άποψή σου.
Και ακριβώς μέσα από αυτές τις τρεις έρευνες αντιλαμβάνομαι ακόμη περισσότερο πόσο λανθασμένη είναι η αντίληψη ότι αρκεί πλέον μια Τεχνητή Νοημοσύνη για να κάνει κάποιον αρθρογράφο η ότι όποιος γράφει καλά είναι τα γραπτά του προιόν Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να με βοηθήσει να ταξινομήσω εκατοντάδες πληροφορίες. Μπορεί να συγκρίνει έγγραφα, να εντοπίσει ημερομηνίες, να οργανώσει ένα χρονολόγιο, να μου υποδείξει αντιφάσεις που αξίζει να ελέγξω.
Δεν μπορεί όμως να μου πει από μόνη της γιατί αυτή η ιστορία αξίζει να ερευνηθεί.
Δεν γνωρίζει όσα θυμάται ένας άνθρωπος που παρακολουθεί έναν τόπο επί χρόνια. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει την εμπειρία, το ένστικτο και εκείνη την επίμονη υποψία που κάνει τον ερευνητή να σταματήσει σε μια φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια και να πει: «Για στάσου… Εδώ κάτι δεν ταιριάζει».
Και από εκεί πολλές φορές αρχίζει όλη η ιστορία. Ζούμε στην εποχή που σχεδόν ο καθένας μπορεί να πατήσει μερικά πλήκτρα και, μέσα σε δευτερόλεπτα, να έχει μπροστά του ένα καλογραμμένο άρθρο.
Και κάπου εδώ γεννήθηκε μια μεγάλη παρεξήγηση: Ότι επειδή πλέον όλοι μπορούν να παράγουν κείμενο, έγιναν ξαφνικά και αρθρογράφοι. Δεν έγιναν.
Όπως η φωτογραφική μηχανή δεν έκανε κάθε άνθρωπο φωτογράφο, όπως το πιάνο δεν κάνει εκείνον που κάθεται μπροστά του μουσικό, έτσι και η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μετατρέπει αυτομάτως τον χρήστη της σε δημοσιογράφο, ερευνητή ή συγγραφέα.
Του δίνει ένα πανίσχυρο εργαλείο.
Το τι θα κάνει με αυτό είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία.
Πριν από την απάντηση υπάρχει η ερώτηση.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να δώσει εντυπωσιακές απαντήσεις. Αλλά υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα που συχνά ξεχνάμε κάποιος πρέπει να ξέρει τι να τη ρωτήσει.
Και εκεί αρχίζουν οι πραγματικές διαφορές.
Ο δημοσιογράφος δεν είναι εκείνος που απλώς συγκεντρώνει πληροφορίες. Είναι εκείνος που βλέπει κάτι που οι υπόλοιποι προσπερνούν και αναρωτιέται: «Γιατί;» «Ποιος το αποφάσισε;» «Πότε;» «Με ποια χρήματα;» «Τι είχε υποσχεθεί παλαιότερα;» «Τι έγινε τελικά;» «Πού είναι η απόφαση;» «Υπάρχει άλλη πλευρά της ιστορίας;» «Μήπως αυτά που παρουσιάζονται ως γεγονός είναι απλώς ένας ισχυρισμός;» Από αυτές τις ερωτήσεις γεννιέται η έρευνα. Όχι από ένα πληκτρολόγιο.
Το πραγματικό ταλέντο είναι να μυρίζεσαι την ιστορία.
Η δημοσιογραφική έρευνα έχει κάτι που δύσκολα περιγράφεται με τεχνικούς όρους. Ένστικτο. Μπορεί εκατό άνθρωποι να διαβάσουν την ίδια ανακοίνωση και να τη θεωρήσουν απολύτως φυσιολογική. Και ένας να σταθεί σε μία γραμμή. Να παρατηρήσει μία ημερομηνία. Ένα ποσό. Μια παράλειψη. Ένα όνομα. Μια διατύπωση που δεν του «κολλάει». Και να αρχίσει να ψάχνει. Από εκείνη τη μικρή απορία μπορεί να προκύψει ολόκληρο ρεπορτάζ. Αυτό δεν αγοράζεται. Δεν εγκαθίσταται. Δεν ενεργοποιείται με μια συνδρομή.
Ή μαθαίνεις να κοιτάζεις πίσω από αυτό που σου παρουσιάζουν ή μένεις στην επιφάνεια.
Η πληροφορία δεν είναι δημοσιογραφία. Σήμερα έχουμε περισσότερη πληροφορία από ποτέ.Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε περισσότερη δημοσιογραφία.Το δύσκολο δεν είναι πλέον να βρεις εκατό πληροφορίες.
Το δύσκολο είναι να καταλάβεις ποια από τις εκατό έχει σημασία.
Να ξεχωρίσεις το γεγονός από την ανακοίνωση. Την απόφαση από την υπόσχεση. Το επίσημο έγγραφο από την πολιτική δήλωση. Το πραγματικό αποτέλεσμα από την επικοινωνιακή παρουσίασή του. Και, πάνω απ’ όλα, να διασταυρώσεις. Να μη γράψεις κάτι επειδή «το βρήκες κάπου». Να αναζητήσεις την αρχική πηγή. Να βρεις το έγγραφο. Να ελέγξεις την ημερομηνία. Να συγκρίνεις τα ποσά. Να αναζητήσεις τι είχε συμβεί παλαιότερα. Να ακούσεις και την άλλη πλευρά. Και, αν τα στοιχεία δεν επαρκούν, να έχεις την εντιμότητα να πεις: «Δεν μπορώ ακόμη να το αποδείξω».
Αυτό είναι δημοσιογραφία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να ψάξει. Εσύ πρέπει να ξέρεις πού να σκάψεις.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η τεράστια χρησιμότητα αλλά και το όριο της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Δώσε της δέκα αποφάσεις και μπορεί να τις συγκρίνει.
Δώσε της εκατό σελίδες και μπορεί να εντοπίσει ονόματα, ημερομηνίες και ποσά.
Ζήτησέ της να οργανώσει ένα χρονολόγιο και μπορεί να σου εξοικονομήσει ώρες δουλειάς.
Εξαιρετικά.
Αλλά ποιος κατάλαβε ότι έπρεπε να αναζητηθούν αυτές οι δέκα αποφάσεις;
Ποιος θυμήθηκε ότι πριν από δεκαπέντε χρόνια είχε συμβεί κάτι σχετικό;
Ποιος γνώριζε ότι πίσω από μια σημερινή ανακοίνωση υπάρχει μια ιστορία που ξεκινά πολύ παλαιότερα;
Ποιος πρόσεξε ότι ένα συγκεκριμένο όνομα εμφανίζεται ξανά;
Ποιος είπε: «Κάτι εδώ δεν μου ταιριάζει. Ψάξ’ το βαθύτερα»;
Εκεί βρίσκεται ο άνθρωπος.
Και εκεί αρχίζει η πραγματική έρευνα.
Και μετά έρχεται η γραφή
Ακόμη όμως κι αν υποθέσουμε ότι συγκεντρώθηκαν όλα τα στοιχεία, παραμένει ένα δεύτερο μεγάλο εμπόδιο.
Πρέπει κάποιος να τα μετατρέψει σε ιστορία.
Γιατί άλλο είναι να έχεις πληροφορίες και άλλο να μπορείς να γράψεις.
Η καλή γραφή δεν είναι να βάζεις δύσκολες λέξεις τη μία δίπλα στην άλλη. Είναι ρυθμός. Είναι οικονομία. Είναι εικόνα. Είναι συναίσθημα χωρίς μελοδραματισμό. Είναι ειρωνεία χωρίς φτήνια. Είναι ένταση χωρίς κραυγές.
Είναι να ξέρεις πότε χρειάζεται μια ολόκληρη παράγραφος και πότε αρκούν τέσσερις λέξεις. Είναι να γνωρίζεις πότε πρέπει να εξηγήσεις. Και πότε πρέπει απλώς να αφήσεις το γεγονός να μιλήσει μόνο του.
Αυτό λέγεται φωνή.
Και ο πραγματικός συγγραφέας αναγνωρίζεται από τη φωνή του.
Το άψογο κείμενο μπορεί να είναι και εντελώς άψυχο
Μπορείς να έχεις ένα κείμενο γραμματικά άψογο, σωστά δομημένο, με όμορφες μεταβάσεις και προσεγμένο λεξιλόγιο.
Και όταν τελειώσεις την ανάγνωσή του να μη θυμάσαι ούτε μία πρόταση. Γιατί του έλειπε κάτι. Ο άνθρωπος. Η ιδιορρυθμία του. Η εμπειρία του. Η αμφιβολία του. Η οργή του. Το χιούμορ του. Η ειρωνεία του. Η μνήμη του. Ο τρόπος που κοιτάζει τον κόσμο.
Οι μεγάλοι συγγραφείς δεν έγιναν μεγάλοι επειδή γνώριζαν περισσότερες λέξεις από τους υπόλοιπους.
Έγιναν επειδή τις χρησιμοποιούσαν με έναν τρόπο που ήταν δικός τους. Και αυτό είναι το πραγματικό ταλέντο στη γραφή.
Αν δεν έχεις άποψη, ούτε η καλύτερη μηχανή μπορεί να σου τη χαρίσει
Ο καλός αρθρογράφος δεν φοβάται να έχει άποψη. Όχι αυθαίρετη άποψη. Όχι προκατάληψη μεταμφιεσμένη σε δημοσιογραφία.
Τεκμηριωμένη άποψη.
Πρώτα ψάχνεις. Μετά αμφισβητείς. Ύστερα διασταυρώνεις. Ξαναψάχνεις. Ακούς την άλλη πλευρά. Και όταν πλέον έχεις μπροστά σου τα γεγονότα, μπορείς να εξηγήσεις στον αναγνώστη πώς εσύ τα αξιολογείς. Αυτό είναι το βάρος της υπογραφής. Γιατί στο τέλος του άρθρου δεν υπογράφει ένας αλγόριθμος. Υπογράφει ένας άνθρωπος.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν απειλεί τον ταλαντούχο άνθρωπο. Τον εξοπλίζει.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μειώνει την αξία του πραγματικά ικανού δημοσιογράφου ή συγγραφέα. Την κάνει περισσότερο εμφανή.
Γιατί όταν όλοι αποκτούν πρόσβαση στο ίδιο πανίσχυρο εργαλείο, η διαφορά δεν βρίσκεται πλέον στο εργαλείο.Βρίσκεται σε εκείνον που το κρατά.
Δώσε την ίδια Τεχνητή Νοημοσύνη σε εκατό ανθρώπους.
Θα πάρεις εκατό διαφορετικά αποτελέσματα.Ο ένας θα ζητήσει ένα γενικό κείμενο. Ο δεύτερος θα ψάξει λίγο περισσότερο. Ο τρίτος θα ανακαλύψει το έγγραφο που κανείς δεν πρόσεξε. Ο τέταρτος θα συνδέσει δύο γεγονότα που απέχουν δέκα χρόνια μεταξύ τους. Και κάποιος άλλος θα θέσει την ερώτηση που κανείς μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί.
Το εργαλείο ήταν το ίδιο.
Ο άνθρωπος έκανε τη διαφορά.
Γιατί η δημοσιογραφία δεν είναι παραγωγή λέξεων
Ας μη μπερδεύουμε λοιπόν τα πράγματα. Η παραγωγή κειμένου έγινε εύκολη. Η δημοσιογραφία όχι. Η έρευνα δεν έγινε εύκολη. Η κρίση δεν έγινε εύκολη.
Η διασταύρωση δεν έγινε εύκολη. Η ανακάλυψη ενός πραγματικού θέματος δεν έγινε εύκολη.
Και ασφαλώς δεν έγινε εύκολο να γράψεις κάτι που θα κάνει έναν άνθρωπο να σταματήσει, να σκεφτεί και την επόμενη ημέρα να θυμάται ακόμη αυτό που διάβασε.
Αυτό εξακολουθεί να απαιτεί ταλέντο. Ο άνθρωπος κρατά ακόμη την πένα.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι πιθανότατα ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία που απέκτησε ποτέ ο άνθρωπος της γραφής.
Ας της δώσουμε λοιπόν τη θέση που πραγματικά της αξίζει. Να ψάχνει. Να οργανώνει. Να συγκρίνει. Να βοηθά. Να προτείνει. Να μας προκαλεί ακόμη και να ξανασκεφτούμε όσα γράψαμε.
Αλλά όχι να σκέφτεται αντί για εμάς.
Γιατί πίσω από κάθε πραγματικά καλό άρθρο πρέπει να υπάρχει ακόμη ένας άνθρωπος που παρατήρησε κάτι που οι άλλοι δεν είδαν. Ένας άνθρωπος που δεν ικανοποιήθηκε με την πρώτη απάντηση. Που έψαξε το έγγραφο. Που διασταύρωσε την πληροφορία. Που αμφισβήτησε ακόμη και αυτό που ο ίδιος αρχικά πίστευε.
Και όταν τελείωσε την έρευνα, κάθισε απέναντι από μια λευκή σελίδα και έκανε αυτό που καμία τεχνολογία δεν μπορεί να του χαρίσει έγραψε με τη δική του φωνή.
Γιατί η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να σου δώσει χίλιες λέξεις.
Δεν μπορεί να σου δώσει ταλέντο.
Μπορεί να σου βρει χίλιες πληροφορίες.
Δεν μπορεί να σου χαρίσει δημοσιογραφικό ένστικτο.
Μπορεί να σε βοηθήσει να γράψεις.
Δεν μπορεί να σου δώσει κάτι που αξίζει να ειπωθεί.
Και ίσως αυτή να είναι η απλούστερη απάντηση σε όσους βιάστηκαν να αναγγείλουν το τέλος του ανθρώπου της γραφής:
Η μηχανή έμαθε να γράφει.
Ο άνθρωπος, όμως, εξακολουθεί να είναι εκείνος που πρέπει να έχει κάτι να πει.
More Stories
Μοσχάτο: 1,95 εκατ. ευρώ για τον ναό του Οπλίτη Απόλλωνα.
Ένας κόσμος που εξοπλίζεται, κοινωνίες που πληρώνουν.
Εκεί όπου το φως συναντά την ανάγκη