13 Ιουνίου, 2026

Αγρότες: H εγκατάλειψη ως πολιτική επιλογή;

Δεν πρόκειται για «έκτακτη κρίση». Δεν πρόκειται για «συγκυριακή δυσαρέσκεια». Οι αγροτικές κινητοποιήσεις που επανέρχονται με μαθηματική ακρίβεια κάθε χειμώνα είναι το σύμπτωμα μιας μακράς πολιτικής εγκατάλειψης του πρωτογενούς τομέα. Αυτή η εγκατάλειψη έχει ονοματεπώνυμο, διαχρονικό και διακομματικό.

Τα τελευταία χρόνια, και ιδίως από το 2019 και μετά, η αγροτική πολιτική αντιμετωπίστηκε όχι ως στρατηγικό ζήτημα, αλλά ως πρόβλημα προς διαχείριση. Η κυβέρνηση της ΝΔ επέλεξε να εφαρμόσει την Κοινή Αγροτική Πολιτική με όρους «λογιστικής συμμόρφωσης», χωρίς κοινωνικά αντίβαρα. Οι αναδιαρθρώσεις στις ενισχύσεις, οι καθυστερήσεις πληρωμών, τα φιάσκα στη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ και η πλήρης απουσία σχεδίου για το ενεργειακό κόστος δεν ήταν ατυχήματα ήταν αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών.

Όμως η ευθύνη δεν ξεκινά ούτε τελειώνει στο σήμερα. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις άφησαν άθικτο ένα μοντέλο που συστηματικά αποδυναμώνει τους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς, ενισχύει τη συγκέντρωση γης και μετατρέπει τον αγρότη σε εξαρτημένο από επιδοτήσεις επιβιώνοντα. Η δεκαετία των μνημονίων επιτάχυνε αυτή τη μετάβαση, χωρίς ποτέ να υπάρξει σοβαρή συζήτηση για διατροφική αυτάρκεια, προστασία του εισοδήματος ή βιώσιμη αγροτική παραγωγή.

Σήμερα, η κυβέρνηση εμφανίζεται «ανοιχτή στον διάλογο», αλλά αποφεύγει επιμελώς να αγγίξει το πραγματικό πρόβλημα τον κατακερματισμό της αγροτικής εκπροσώπησης. Δεν υπάρχει ενιαίο, δημοκρατικά νομιμοποιημένο όργανο που να εκφράζει συνολικά τον αγροτικό κόσμο. Και αυτή η απουσία δεν είναι ουδέτερη. Ένας διασπασμένος αγροτικός χώρος είναι ευκολότερα διαχειρίσιμος, ευκολότερα αποδυναμωμένος, ευκολότερα αγνοήσιμος.

Τα μπλόκα παρουσιάζονται από την κυβέρνηση ως «ακραία μορφή πίεσης». Στην πραγματικότητα, είναι η μόνη διαθέσιμη φωνή για όσους έχουν αποκλειστεί από κάθε θεσμικό κανάλι. Όταν δεν υπάρχει τραπέζι διαπραγμάτευσης με δεσμευτική ισχύ, όταν οι συνομιλητές επιλέγονται κατά περίπτωση, όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην των άμεσα ενδιαφερόμενων, τότε ο δρόμος γίνεται πολιτικός χώρος.

Την ίδια ώρα, το κράτος επικαλείται την «ανομοιογένεια» των αγροτών για να δικαιολογήσει την αδράνειά του. Όμως η ανομοιογένεια δεν είναι επιχείρημα μη πολιτικής είναι λόγος για περισσότερη πολιτική. Σε όλες τις μεγάλες αγροτικές χώρες της Ευρώπης, οι κυβερνήσεις συγκρούονται με ισχυρούς αγροτικούς φορείς, αλλά δεν τους υπονομεύουν. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η απουσία θεσμικής εκπροσώπησης λειτουργεί ως άλλοθι για αποσπασματικά μέτρα και επικοινωνιακές παρεμβάσεις.

Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος κινητοποιήσεις, συναντήσεις χωρίς βάθος, προσωρινές ανακουφίσεις, νέα αδιέξοδα. Κάθε φορά, το πρόβλημα «κλείνει» χωρίς να λύνεται. Και κάθε φορά, ο αγροτικός κόσμος επιστρέφει πιο αποδυναμωμένος, πιο καχύποπτος, πιο μόνος.

Το αγροτικό ζήτημα δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό και κοινωνικό. Αφορά το ποιος παράγει την τροφή, με ποιους όρους και για ποιον. Αφορά την εγκατάλειψη της υπαίθρου, τη διεύρυνση των ανισοτήτων και την επιλογή ενός μοντέλου που θυσιάζει τη βιωσιμότητα στον βωμό της «ανταγωνιστικότητας».

Όσο η πολιτεία αντιμετωπίζει τον αγρότη ως πρόβλημα προς εκτόνωση και όχι ως κοινωνικό υποκείμενο με δικαιώματα, οι κινητοποιήσεις θα συνεχίζονται. Και όσο οι κυβερνήσεις αποφεύγουν να αναλάβουν την ευθύνη για μια ουσιαστική θεσμική ανασυγκρότηση, το κόστος δεν θα το πληρώνουν μόνο οι αγρότες, αλλά ολόκληρη η κοινωνία.

About The Author