13 Ιουνίου, 2026

Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Ξεκινήσαμε ένα πρωινό φθινοπώρου, η Αθήνα δεν είχε ακόμη  ξυπνήσει .
Οι βαλίτσες ήταν μικρές, τα χαμόγελα μεγάλα.
Τα παιδιά χοροπηδούσαν στο πίσω κάθισμα, κι εμείς, με έναν καφέ στο χέρι και μουσική χαμηλά, αφήσαμε πίσω την πόλη και τα φώτα της.

Ο δρόμος προς τη Λαμία κυλούσε σαν σε ταινία, χωράφια, βουνά, πινακίδες, ουρανός.
Κάναμε στάση σ’ ένα μικρό σταθμό, εκεί όπου τα φορτηγά σταματούν και οι μυρωδιές του καφέ ανακατεύονται με βενζίνη και φρέσκο ψωμί.
Συνεχίσαμε προς την Λίμνη, κι όσο προχωρούσαμε, ο δρόμος άρχισε να ανηφορίζει, το τοπίο να πρασινίζει, και ο αέρας γίνεται πιο δροσερός, πιο καθαρός.
Κάπου εκεί, μέσα στις λίγες στροφές του δρόμου, είδαμε τη Λίμνη Πλαστήρα για πρώτη φορά  να γυαλίζει κάτω από τον ήλιο σαν κομμάτι ουρανού που έπεσε στη γη.

Φτάνοντας στο Νεοχώρι, νιώσαμε σαν να μπαίνουμε σε μια  ζωγραφιά.
Πέτρινα σπίτια, καμινάδες που καπνίζουν, και ένα φως γλυκό που λούζει τη λίμνη από κάτω προσφέροντας σου μια πανοραμική θέα της.
Στον ξενώνα που είχαμε διαλέξει, μας υποδέχτηκαν με ρακόμελο για εμάς και γλυκό του κουταλιού για τα παιδιά.
Ανοίξαμε και βγήκαμε στο μπαλκόνι και σταθήκαμε όλοι για λίγο σιωπηλοί.
Μπροστά μας, η λίμνη: Ακίνητη, ήρεμη, μέσα στην πρωινή ομίχλη σε πολλά της σημεία, σαν να ανασαίνει μαζί μας.

Το απόγευμα κατευθυνθήκαμε ως το Φράγμα Ταυρωπού, όπως είναι το παλιό όνομα της Λίμνης.
Τα παιδιά κοίταζαν κάτω και γελούσαν από δέος. Εμείς κοιταζόμασταν και σκεφτόμασταν πόσο σπουδαίο είναι που ο άνθρωπος μπορεί, κάποιες φορές, να δημιουργεί κάτι τόσο όμορφο μέσα στη φύση χωρίς να τη χαλά.


Η πρώτη μέρα μας τελείωσε με φαγητό δίπλα στο τζάκι πέστροφα, τηγανιά, σαλάτα με τοπικά χορταρικά ,πίτες, ψωμί που μύριζε χωριό, και κρασί που ζέσταινε την ψυχή.
Έξω, το σκοτάδι απλωνόταν απαλά πάνω στη λίμνη. Τα παιδιά αποκοιμήθηκαν νωρίς, κι εμείς καθίσαμε λίγο ακόμα στο μπαλκόνι.
Ακούγαμε μόνο τα νυχτοπούλια και το μακρινό θρόισμα των δέντρων.

Το επόμενο πρωί, η φύση μάς ξύπνησε πριν το ρολόι.
Η λίμνη ήταν σκεπασμένη με ομίχλη, σαν πέπλο. Το φως έπεφτε ήρεμα, χαρίζοντας μας σκιές και  χρώματα. Το πρωινό ήταν ένα μικρό πανηγύρι γεύσεων μέλι, αυγά, φρέσκο ψωμί, και πίτες ατελείωτες τοπικές πίτες, κι εκείνη η σπιτική μαρμελάδα από τοπικά βατόμουρα που μύριζε καλοκαίρι.

Κατεβήκαμε στα Καλύβια Πεζούλας, όπου το νερό άγγιζε σχεδόν τον δρόμο.
Εκεί, βάλαμε σωσίβια και μπήκαμε σε κανό.
Η λίμνη ήταν τόσο ήσυχη που η βάρκα μας έμοιαζε να γλιστρά πάνω σ’ έναν καθρέφτη.
Κάθε κουπί άφηνε πίσω του έναν κύκλο που διαλυόταν σιγά-σιγά, όπως οι σκέψεις.
Τα παιδιά γελούσαν, κι εμείς ξαναβρήκαμε εκείνη την απλότητα που ξεχνάς μέσα στην καθημερινότητα.

Αργότερα, κάναμε ιππασία κοντά στο χωριό.
Τα άλογα περπατούσαν αργά μέσα στο δάσος, κι ο ήχος των πετάλων πάνω στο χώμα μας μάγευε.
Ο ήλιος έκαιγε ελαφρά, και ο αέρας μύριζε ρετσίνι και φθινόπωρο.

Το μεσημέρι καθίσαμε σε μια ταβέρνα στην άκρη του δρόμου.
Υφασμάτινα τραπεζομάντιλα,  παραδοσιακές καρέκλες που τρίζουν, και μια θέα που δεν χορταίνεται.
Ο ιδιοκτήτης μάς έφερε τηγανιά, φέτα ψητή, πίτα με χόρτα, αρνάκι Αγραφιώτικο και χοιρινό κότσι.,  καθώς και μια κανάτα τοπικό κρασί από αυτό που έπιναν παλιότερα μάλλον οι Θεοί του Ολύμπου που στέκει  με την κορφή του χιονισμένη απέναντι μας.
Φάγαμε αργά, γελώντας, λέγοντας ιστορίες. Δεν υπήρχε τίποτα βιαστικό εκείνη τη στιγμή μόνο το τώρα.

Το απόγευμα περιπλανηθήκαμε στα γύρω χωριά.
Στο Μορφοβούνι σταθήκαμε μπροστά στην προτομή του Πλαστήρα, και το  υπαίθριο μουσείο σύγχρονης τέχνης εκεί αγναντεύοντας το Θεσσαλικό κάμπο με τον Όλυμπο απέναντι μας να στέκει αγέρωχος σκεπασμένος με τα πρώτα χιόνια .

 Στο Κρυονέρι, καθίσαμε για καφέ κάτω από  τα πλατάνια που ψιθύριζαν σαν να συνομιλούσαν μεταξύ τους βοηθούμενα από το απαλό μα κρύο αεράκι.

 Στη Φυλακτή, χαζέψαμε  με το νερό μιας νεροτριβιάς που συναντήσαμε στον δρόμο, μπήκαμε σ’ ένα εκκλησάκι και ανάψαμε  ένα κερί χαζεύοντας το χωριό από ψηλά.
Ο ήλιος έδυε αργά πίσω από τα βουνά, βάφοντας τη λίμνη χρυσή.

Το βράδυ, πίσω στο Νεοχώρι, το φαγητό μύριζε από μακριά. Σπιτικό κοκόρι κρασάτο, αγριογούρουνο  με δαμάσκηνα και κάστανα ,η καθιερωμένη τηγανιά  για τα παιδιά  αλλιώς θα είχαμε μουρμούρα, ψητή φέτα  από την περιοχή,  τοπική  τηγανιτή  πατάτα και τηγανίτες με μέλι στο τέλος  για τα παιδιά που τις τιμήσαμε δεόντως και εμείς.


Τα παιδιά νύσταζαν, αλλά δεν ήθελαν να πάνε για ύπνο. «Να δούμε λίγο ακόμα τη λίμνη», είπαν.
Καθίσαμε όλοι μαζί στο μπαλκόνι, τυλιγμένοι με κουβέρτες.
Η λίμνη κάτω έλαμπε από το φως του φεγγαριού. Ήταν σαν να κοιτάζαμε μέσα μας.

Την τρίτη μέρα, η καρδιά μας είχε πια συντονιστεί με τον ρυθμό του τόπου.
Αργά, ήσυχα, χωρίς προορισμό.


Αποφασίσαμε να πάμε στη Μονή Παναγίας Πελεκητής, εκεί όπου το βουνό αγκαλιάζει τη λίμνη.
Η διαδρομή ήταν μαγική στενοί δρόμοι, έλατα, πουλιά, ρυάκια που γυάλιζαν στον ήλιο.
Όταν φτάσαμε, στεκόμασταν όλοι σιωπηλοί.
Η Μονή κρεμόταν πάνω στο βράχο, σαν να την είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο χρόνος.
Η θέα απέραντη· η λίμνη απλωνόταν ανάμεσα στα δέντρα  δημιουργώντας  ένα υπέροχο ανάγλυφο λες  και ήθελε  να υπενθυμίσει  σε αυτά την δύναμη του νερού

Επιβλητική, απόκοσμη η Μονή σε γεμίζει με δέος

Καθίσαμε για λίγο εκεί.
Τα παιδιά μάζευαν πεσμένα φύλλα, κι εμείς κοιτούσαμε τον ορίζοντα χωρίς να μιλάμε.
Μερικές στιγμές δεν χρειάζονται λόγια.

Στον δρόμο της επιστροφής σταματήσαμε στο Μπελοκομητη.
Μια πλατεία γεμάτη ζωή, λογο του 3ημερου, παιδιά που παίζουν, ηλικιωμένοι που πίνουν καφέ και θυμούνται.
Μυρωδιά από φρεσκοψημένο ψωμί και τζάκι.
Καθίσαμε για λίγο, πίνοντας ελληνικό καφέ στο μπρίκι, κοιτώντας τον αργό ρυθμό του χωριού.

Ύστερα πήραμε τον δρόμο για την Αθήνα.
Η λίμνη έμεινε πίσω, αλλά το τοπίο της είχε ήδη φωλιάσει μέσα μας.
Στο αυτοκίνητο επικρατούσε εκείνη η όμορφη σιωπή μετά από ένα ταξίδι που σε γέμισε.
Ησυχία γεμάτη εικόνες το νερό, τα βουνά, τα γέλια των παιδιών, τα αρώματα του δάσους.

Και κάπως έτσι, η Λίμνη Πλαστήρα δεν ήταν πια  για εμάς ένας τόπος στον χάρτη.
Ήταν μια ανάμνηση από φως και νερό, ένα κομμάτι γαλήνης που κρατήσαμε μέσα μας.
Κάθε φορά που η καθημερινότητα γίνεται θόρυβος, τη θυμόμαστε·
τη λίμνη εκείνη, που καθρέφτιζε τον ουρανό  και μέσα της, για λίγο καθρεφτίστηκε κι η δική μας ψυχή.

Θα ξανάρθουμε σύντομα,  το υποσχεθήκαμε μεταξύ μας  αλλά και στα παιδιά

About The Author