13 Ιουνίου, 2026

Έξοδος εκδρομέων με ελεγχόμενη διέλευση στα μπλόκα

Σε συνθήκες αυξημένης κίνησης εξελίσσεται η έξοδος των εκδρομέων προς τη Θεσσαλία και τη Βόρεια Ελλάδα, με τα αγροτικά μπλόκα να παραμένουν σε κομβικά σημεία του οδικού δικτύου, χωρίς ωστόσο να διακόπτουν πλήρως τη ροή της κυκλοφορίας. Με πρωτοβουλία των ίδιων των αγροτών, η διέλευση των οχημάτων πραγματοποιείται ώστε να περιοριστεί η ταλαιπωρία και να διασφαλιστεί η πρόσβαση στους χειμερινούς προορισμούς.

Ιδιαίτερα για τις τοπικές κοινωνίες, όπου ο πρωτογενής τομέας συνυπάρχει με τον τουρισμό και την εστίαση, η ομαλή μετακίνηση των επισκεπτών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα επιβίωσης. Ξενοδοχεία και καταστήματα εστίασης σε ορεινές περιοχές της Θεσσαλίας και της Βόρειας Ελλάδας αντιμετωπίζουν πιέσεις από ακυρώσεις και καθυστερήσεις, σε μια περίοδο που παραδοσιακά στηρίζει μεγάλο μέρος του ετήσιου τζίρου τους.

Οι ίδιοι οι αγρότες υπογραμμίζουν ότι ζουν και εργάζονται στον ίδιο τόπο με τους επαγγελματίες του τουρισμού και της εστίασης. Όπως σημειώνουν, οι επιχειρήσεις αυτές δεν είναι «τρίτοι», αλλά γείτονες, συγγενείς και συνεργάτες τους στην τοπική οικονομία. Για τον λόγο αυτό, όπως αναφέρουν, καταβάλλεται συνειδητή προσπάθεια ώστε οι κινητοποιήσεις να μην πλήξουν τη συνολική δραστηριότητα της περιοχής.

Η κυκλοφορία στην εθνική οδό Αθηνών – Θεσσαλονίκης και στις συνδέσεις προς την Εγνατία Οδό διεξάγεται με εκτροπές και αυξημένη παρουσία της Τροχαίας, χωρίς γενικευμένους αποκλεισμούς, ενώ οι αγρότες παραμένουν σε συντονισμό για τη διαχείριση της διέλευσης.

Τα μπλόκα δεν στήνονται σε αφηρημένο χώρο.

Στήνονται στους ίδιους δρόμους που οδηγούν στα χωράφια, στα ξενοδοχεία, στα μικρά εστιατόρια και στα καταστήματα των χωριών και των πόλεων της περιφέρειας. Οι αγρότες δεν διαμαρτύρονται απέναντι σε μια απρόσωπη κοινωνία, αλλά μέσα στον ίδιο τόπο όπου ζουν, καταναλώνουν και συνεργάζονται καθημερινά με τους άλλους επαγγελματικούς κλάδους.

Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που, παρά την αγανάκτηση και την οικονομική πίεση, επιλέγουν να κρατούν τους δρόμους ανοιχτούς. Γνωρίζουν ότι κάθε καθυστέρηση πλήττει τον γείτονα ξενοδόχο, τον συγγενή που δουλεύει στην εστίαση, τον φίλο που περιμένει τους εκδρομείς για να κρατήσει όρθια την επιχείρησή του.

Η κυβέρνηση, αντίθετα, συνεχίζει να αντιμετωπίζει την κρίση αποσπασματικά. Το ενεργειακό κόστος παραμένει δυσβάσταχτο τόσο για τον πρωτογενή τομέα όσο και για τον τουρισμό και την εστίαση. Η εφαρμογή της ΚΑΠ επιβαρύνει τους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς, χωρίς δικλείδες προστασίας για τις τοπικές οικονομίες που εξαρτώνται από αυτούς.

Η πραγματική σύγκρουση δεν είναι ανάμεσα σε αγρότες και εκδρομείς. Είναι ανάμεσα σε ανθρώπους που προσπαθούν συλλογικά να κρατήσουν ζωντανό τον τόπο τους και σε μια πολιτική που τους αφήνει να διαχειρίζονται μόνοι τους τις συνέπειες.

Οι αγρότες κάνουν ό,τι μπορούν για να βοηθήσουν τη διέλευση, ακριβώς επειδή γνωρίζουν ότι το πρόβλημα δεν είναι «του άλλου», αλλά όλων. Το ερώτημα παραμένει αν η πολιτεία θα αναλάβει, έστω καθυστερημένα, το μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί.

Διάλογος, ναι – αλλά όχι χωρίς όρους

Η κυβέρνηση επαναφέρει, σχεδόν τελετουργικά, τη λέξη «διάλογος» κάθε φορά που τα τρακτέρ βγαίνουν στους δρόμους. Όμως οι αγρότες γνωρίζουν καλά ότι διάλογος χωρίς προϋποθέσεις καταλήγει συνήθως σε διαχείριση χρόνου και όχι σε λύσεις. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο επιμένουν: Ναι στον διάλογο, αλλά με όρους ουσίας.

Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν αρνούνται τη συζήτηση.

Αντιθέτως, τη διεκδικούν. Ζητούν όμως συγκεκριμένες δεσμεύσεις για το ενεργειακό κόστος, σαφές χρονοδιάγραμμα παρεμβάσεων και πραγματική προσαρμογή της ΚΑΠ στις ελληνικές συνθήκες παραγωγής. Όχι γενικές εξαγγελίες, όχι επιτροπές χωρίς αποφασιστικές αρμοδιότητες.

Η στάση τους στα μπλόκα αποτυπώνει αυτήν ακριβώς τη λογική. Κρατούν τους δρόμους ανοιχτούς, διευκολύνουν τη διέλευση των εκδρομέων, προστατεύουν την τοπική οικονομία του τόπου τους. Δείχνουν έμπρακτα ότι δεν επιδιώκουν σύγκρουση με την κοινωνία, αλλά πίεση προς το κέντρο λήψης αποφάσεων.

Οι αγρότες ζουν καθημερινά στον ίδιο χώρο με τους επαγγελματίες του τουρισμού, της εστίασης και του εμπορίου. Δεν μπορούν και δεν θέλουν να υπονομεύσουν τη βιωσιμότητα του τόπου τους. Αυτό που ζητούν είναι να μην υπονομεύεται η δική τους επιβίωση από πολιτικές που σχεδιάζονται μακριά από το χωράφι και εφαρμόζονται χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Αν η κυβέρνηση επιθυμεί πραγματικά διάλογο, οφείλει να αποδεχθεί ότι αυτός δεν μπορεί να γίνει με ανοιχτά όλα τα βάρη στη μία πλευρά.

Ο διάλογος προϋποθέτει αναγνώριση του προβλήματος, συγκεκριμένες δεσμεύσεις και πολιτικό κόστος. Διαφορετικά, μετατρέπεται σε προσχηματική διαδικασία που απλώς μεταθέτει την κρίση στον επόμενο χειμώνα. Οι αγρότες έχουν δείξει ότι μπορούν να συνδυάσουν αγώνα και κοινωνική ευθύνη. Τώρα είναι η σειρά της πολιτείας να αποδείξει ότι μπορεί να συνδυάσει διάλογο και πολιτική απόφαση

About The Author